


























Στην άκρη του νήματος
Τα πρωθύστερα και τα αινιγματικά παρεπόμενα της εικόνας
Κάθε εικαστικό έργο του Κωνσταντίνου Μάσσου εμφανίζεται ως αίνιγμα κι απορία, ως αφηγηματικό απόσπασμα και ταυτοχρόνως σαν στιγμιότυπο από μια σειραϊκή ακολουθία παραδοξοτήτων του προφανούς. Παρότι κάθε έργο του διαθέτει, αφενός πειστικότητα αλλά μαζί και υπόγεια ανατρεπτικότητα, υπογραμμίζει αφετέρου και με διακριτική υποβλητικότητα την αυτοτελή κάθε φορά ισορροπία ρυθμών κι εντάσεων, μεγεθών και αποστάσεων, στοιχείων με άλλα λόγια που τροφοδοτούν σχεδιαστικά και χρωματικά, τις μορφές του καλλιτέχνη. Ενός καλλιτέχνη που αναζητεί πίσω και πέρα από την αυλαία της θέασης, το φως των πραγμάτων, στην παροδικότητα και στην εφήμερη παρουσία τους ή στην απουσία και στην μνημική νοσταλγία τους, μέσα από μια ρεαλιστική κατά τα άλλα ζωγραφική. Και την αναφέρω ως ρεαλιστική – χωρίς να αποκλείω τις επιγενέστερες μεταμοντέρνες παραμέτρους της - στον βαθμό που μπορεί αυτή η ζωγραφική να λειτουργήσει ως διαμεσότητα, διεγείροντας στον θεατή τον δικό του φαντασιακό συνειρμό, προκειμένου εκείνος πλέον, αντλώντας αφορμές από όσα βλέπει, να αρχίσει να διερωτάται γύρω από την ίδια την φύση της ψευδαίσθησης.
Ο ρεαλισμός δεν φανερώνει. Υπαινίσσεται καταστάσεις. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, ο ρεαλισμός αυτός ή η σκηνοθετικά και σκηνογραφικά παρουσιαζόμενη αναπαραστατικότητα, αφορά στους ενδογενείς συσχετισμούς της, που αίρουν ωστόσο την αυτοαναφορικότητά τους. Δεν πρόκειται για «κλειστά» νοηματικά συστήματα, αλλά για «ανοικτές» προτάσεις ζητουμένων και παραλειπομένων που αναδύονται μέσα από τον κώδικα της κάθε «εικόνας». Πρόκειται ευκρινέστερα για μια ιδιαίτερη εικονοπλασία, που αξιοποιεί τον εκάστοτε τονικό φωτισμό, την χρωματικότητα και τις σκιάσεις, με σκοπό να υπαινιχθεί ο ζωγράφος τα παραλειπόμενα που συνδράμουν αδιαφανώς στην σύνταξη των επιμέρους συνθετικών στοιχείων του κάθε έργου. Κυρίως η προσοχή του θεατή επικεντρώνεται στην ατμόσφαιρα που η κάθε εικαστική σύνθεση προβάλλει, ως ένα πλέγμα αληθοφανών ερωτημάτων απέναντι σε ένα χωροχρονικό συνεχές, το οποίο ωστόσο συντονίζει - με απροσδόκητο τρόπο - τις ασυνέχειές του.
Η «άκρη του νήματος» αυτής της ενότητας λειτουργεί σαν μια οπτική και νοηματική ακροβασία, ανάμεσα στο άτομο και στην συλλογικότητα, στην επικαιρικότητα και στην διαχρονικότητα, στην συγκεντρωτική αντίληψη του πλήθους και στην αυθαιρεσία ή την απεξάρτηση της μονάδας. Πρόκειται στην πραγματικότητα για εννοιολογικού τύπου (conseptualistic) καταστατικά δίπολα που στα συγκεκριμένα αυτά έργα αφορούν την ανάδειξη της κίνησης ως προς την ακινησία, της μορφής ως προς την εγγύτητα κι αποστασιοποίηση ταυτοχρόνως από την σκιά της. Το νοηματικό κι αισθητικό αυτό πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης τον «αφηγητή» (δηλαδή την οπτική και μάλιστα την τονισμένα τρισδιάστατη προσπέλαση του θέματος/θεάματος) και παραλλήλως τις προσλαμβάνουσες που υπαγορεύουν, μέσα από την υποδόρεια τραγικότητά τους, τα δραματουργικά θα λέγαμε «αφηγούμενα», τα οποία στο κάθε θέμα, υποστασιώνουν υπαρξιακές απορίες κι ερωτήματα. Ερωτήματα, που αποσκοπούν να σωματοποιήσουν το εδώ σε σχέση με το επέκεινα, τον εκάστοτε ερχομό σε σχέση με την αναχώρηση, την εκάστοτε προσδοκία σε σχέση με την διάψευση, την μετέωρη στάση σε σχέση με την αμφισβήτηση, την συνεχόμενη εντέλει μετατρεψιμότητα ή την διαρκή μεταβλητότητα της ζωής, αναφορικά με την ματαιότητα ή την δυστοπία της εκάστοτε οριζόμενης αλήθειας.
Κάθε έργο του Κωνσταντίνου Μάσσου αποτελεί ένα είδος εικαστικού σεναρίου. Η μια μορφική κι ανθρωποκεντρική συνθήκη συγχρωτίζεται με μια επόμενη, χωρίς φυσικά να αποτελούν αλληλουχία. Οι μορφές συνυπάρχουν και ταυτοχρόνως αυτονομούνται. Ένα βασικό στοιχείο που τις ενώνει και την ίδια στιγμή τονίζει την ετερότητά τους, είναι τα κεραμεικά πλακάκια με τα γεωμετρικά τους επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Τα πλακάκια αυτά προδίδουν την επαναχρησιμοποίηση του χώρου. Ενός χώρου, που η «χρονικότητά» του συνδιαλέγεται με την «διαχρονία» του και η εντοπιότητά του με την υπέρβαση. Ενός χώρου επίσης, που από εσωτερικός γίνεται εξωτερικός κι από συνειδητός περνά στο συλλογικό ασυνείδητο, οδηγώντας από την επιφάνεια σε ένα πολυεπίπεδο και διφορούμενο βάθος, όπως ισχύει κι αντιστρόφως.
Επιπλέον, κάθε «ιστορία» εκάστου έργου αυτής της σειράς, διαμορφώνεται μέσα από μια πληθώρα περιστασιακών υποτίθεται «μικρο-ιστοριών», που λειτουργούν σαν τις υποθέσεις των αινιγμάτων, γεννώντας την «μετα-ιστορία» της κάθε φορά και διαφορετικής μυθοπλοκής, την οποία ως δομή διασυνδέει ο χωροδυναμικός και ποικιλόμορφος «τάπητας» με τα πλακίδια. Ο ρυθμοτεχνικός και πολυδύναμος αυτός «τάπητας» - που παραπέμπει στο στημόνι και στο υφάδι ενός θα λέγαμε υφαντού - νοηματοδοτεί εντέλει την «εικόνα», αφαιρώντας της ωστόσο τον συναισθηματισμό, χωρίς όμως από την άλλη πλευρά, να της μειώνει την υποκείμενη «δραματικότητα». Την ίδια μάλιστα στιγμή, ενώ αναπαραστατικά φανερώνει τα «προκείμενα» ή τις δράσεις/πράξεις του «φαίνεσθαι», παραλλήλως και αδιαφανώς ο καλλιτέχνης υπονομεύει την μονοδιάστατη (και καταναλωτική στην πραγματικότητα), εξουσία της - κατά τα άλλα παραμυθητικής - ερμηνείας της. Θωπεύει, με άλλα λόγια την «εικόνα» ο ζωγράφος, αντιστρατευόμενος τον ναρκισσισμό της. Γι’ αυτό δεν δεσμεύει το βλέμμα του θεατή και δεν κατοχυρώνει επιβεβαιωτικά καμία εύλογη «ερμηνευτική» εκδοχή, αφ’ ης στιγμής η «εικόνα» γίνεται μέσον προβληματισμού.
Ο Κωνσταντίνος Μάσσος χρησιμοποιεί την αλληγορία στην ποιητική ελεγεία της εικονοποιίας του. Οι μορφές του, αληθοφανείς κι ονειρικές, κινούνται σε έναν χωροχρόνο που εμφιλοχωρεί το παρελθόν στο παρόν, τις μνήμες επίσης και τα βιώματα, σε ένα προσδοκώμενο μέλλον. Ένα μέλλον, που αντικατοπτρίζει εφιάλτες μαζί με λυτρωτικές αναλαμπές, καθώς αυτές θάλλουν κάτω από ανέσπερους ουρανούς. Ουρανούς, πυριφλεγέθοντες και νεφελοσκεπείς, κοντινούς και μακρινούς, οικείους αλλά κι απόξενους, που σχηματίζονται από συλλαβές οραμάτων και φτερουγίσματα πουλιών, από ψιθύρους ζωής κι αποσιωπητικά, από φόβους και λαχτάρες, από οριακές ισορροπίες κι ανατροπές μιας ύπαρξης που αφορά το «εγώ» και το «εμείς», καθώς αγωνιά κι αντιστέκεται, αλλοτριώνεται κι ωστόσο επανεμφανίζεται, μέσα από κάποιο «έτερον ένδυμα» θαρρείς. Ένδυμα της ύπαρξης, που διερωτάται κι αμφιβάλλει, που κρύβει και προμηνύει, που προσδοκά αλλά και που ανατρέπει τις συμβάσεις, την ώρα που αναφλέγεται στον έρωτα της ζωής και την ίδια στιγμή περιθάλπεται από τις χαρμολύπες της, καθώς και τις ατέρμονες, αλλά πάντα ελπιδοφόρες αναμονές της, ζωοδοτώντας την δημιουργική μας «πράξη» και γραφή. Αυτή που μας απεικονίζει ως «είδωλα καμόντων» των διαφόρων μετασχηματισμών μας, όπως αυτοί δηλώνονται μέσα από τους αντικατοπτρισμούς μας στην ζωή.
Επιμέλεια έκθεσης: Αθηνά Σχινά - Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού (ΕΚΠΑ)
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Γιώργος Τζάνερης
Εγκαίνια: Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021 στις 8 το βράδυ