Κωνσταντίνος Μάσσος

Σε αναζήτηση ενός χαμένου τόπου

03.02.15  -  28.02.15

Το σύνολο του έργου του Κώστα Μάσσου θα το χώριζα σε τρεις ενότητες: η πόλη ως περιγραφική πραγματικότητα , η πόλη ως φαντασίωση  και τέλος η φυγή – φύση.

Στην πρώτη ενότητα έχουμε «εσωτερικά» πόλης. Η δράση εκτυλίσσεται σε κενούς χώρους περικυκλωμένους από κτήρια, με εμφανή αναφορά στην Αθήνα. Χώροι απρόσωπα δομημένοι, γκριζωποί, με υπόνοιες ενός «παρωχημένου» γαλάζιου ουρανού, δίνουν έντονα την αίσθηση εγκατάλειψης. Ανάμεσα κινείται μια ανθρώπινη μάζα χωρίς καμία αίσθηση συνάντησης και αγγίγματος παρά μόνο με τη μορφή ενός τυχαίου αθροιστικού συνόλου. Πρόκειται για μορφές καλοσχεδιασμένες, στέρεες, ελαφρά χρωματισμένες ως υποδήλωση του πραγματικού. Συμπύκνωση της ανθρώπινης αυτής κατάστασης θα συναντήσουμε στο έργο όπου ένα μοναχικό άτομο περιβάλλεται από πλήθος αντικειμένων – σκουπιδιών καθώς και νεκρών κτηρίων. Στο εσωτερικό της εμφανίζεται μια εγκλωβισμένη και αφύσικα μεγεθυμένη μορφή, η οποία ασφυκτιά στην προσπάθειά της να επικοινωνήσει με το μοναχικό άτομο. Στη σχέση αυτή υφέρπει ένα αμφίδρομο αίτημα βοήθειας λόγω της αδυναμίας επικοινωνίας, έτσι ώστε το άτομο να οδηγείται στη σκέψη ότι «είμαι μεν ζωντανός, αλλά η ίδια η ζωή είναι νεκρή».

Στη δεύτερη ομάδα εγκαταλείπουμε την περιγραφική εικόνα της πόλης και περνάμε στις φαντασιωτικές απεικονίσεις της οι οποίες θυμίζουν αρνητικά φωτογραφιών. Εδώ οι άνθρωποι εμφανίζονται ως σκιές. τα κτήρια παραπέμπουν σε σκελετωμένα ημιτελή σκηνικά. και ότι υπερίπταται υποβάλλει την αίσθηση κινδύνου: αεροπλάνα, ελικόπτερα, χιτσκοκικά πουλιά. Παράλληλα στο έδαφος εμφανίζονται σχήματα σαν διαλυμένη σκακιέρα και τη μορφή λαβύρινθου, τα οποία λειτουργούν και ως γεωμετρικές προβολές των παραπάνω ιπτάμενων στοιχείων, έμψυχων και άψυχων, και εντείνουν το αίσθημα απειλής εγκλωβίζοντας και ταυτόχρονα αποπροσανατολίζοντας τις ανθρώπινες σκιώδεις μορφές. Και οι δύο αυτές ενότητες έχουν κάτι από την εφιαλτική ατμόσφαιρα πόλεων της Γερμανικής Νέας Αντικειμενικότητας και του Εξπρεσιονισμού, και ειδικότερα των πόλεων του George Grosz.

Τέλος, η τρίτη ενότητα απηχεί στο σύνολό της την προσπάθεια φυγής. Η πόλη αρχίζει να απομακρύνεται και είτε γίνεται ορίζοντας είτε, όπως συμβαίνει στα περισσότερα έργα, εξαφανίζεται τελείως. Τώρα μπροστά μας ανοίγεται ο φυσικός χώρος με τη μορφή όμως καμένης γης λες και αποτελεί προβολή της καμένης ανθρώπινης ψυχής. Διάσπαρτα παρατηρητήρια εμφανίζονται σαν αλλόκοσμες μορφές αλλού πυκνά κι αλλού αραιά, σύμβολα ελέγχου εσωτερικά και εξωτερικά του, ανθρώπου.

Τα τοπία στο σύνολο τους είναι βραχώδη, άνυδρα, ερημικά, γκριζωπά με γαλάζιο όμως ουρανό, και σχετικά δύσβατα. Το υλικό που χρησιμοποιείται δεν είναι πλέον μόνο το λείο ακρυλικό των προηγούμενων έργων αλλά βαμμένες λωρίδες χαρτιού, δίκην κολάζ, πράγμα που συμβάλλει στην αίσθηση του δύσβατου και κατά προέκταση στην προσπάθεια που απαιτείται. Μέσα σε αυτά, μακρόσυρτες φάλαγγες σιωπηλών ανθρώπων, σαν να διαβαίνουν χώρο καθαρτηρίου, διασχίζουν τα τοπία αναζητώντας κάτι. Μόνο που αυτή τη φορά, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ενότητες, το πλήθος έχει προσανατολισμό μέσω κοινής πορείας. Φαίνεται να αναζητάει Τόπο εξωτερικό και εσωτερικό. Να αναζητάει τη φύση (του). Και αυτό συμπυκνώνεται σε δύο έργα. Στο ένα δύο μορφές, η μία γεροντική και η άλλη νεώτερη, ατενίζουν μια συστάδα κυπαρισσιών, σύμβολα θανάτου αλλά και ανάτασης, σε μία ατμόσφαιρα αναστοχαστικής σιωπής που θυμίζει κάτι από τη Νησί των Νεκρών του Böcklin. Η σχέση τους με το θάνατο φαίνεται να έχει τη μορφή μιας ήρεμης αποδοχής. Στο άλλο έργο , ένας γυμνός άντρας, σάρκινα χρωματιστός και όχι σκιά, τρέχει προς μια καταγάλανη λίμνη έντονα ζωντανή η οποία μέσα στο γκριζωπό άνυδρο τοπίο δίνει την αίσθηση μιας υδάτινης μήτρας σε αναμονή προς αναβάπτιση και αναγέννηση. Τα δύο αυτά έργα εικονοποιούν τα δύο άκρα της ανθρώπινης γραμμής της ζωής, τη γέννηση και το θάνατο, διαδικασίες τις οποίες όμως συναντάμε σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης πορείας, ως μεταφορικούς θανάτους και (ανά) γεννήσεις. Η συνειδητοποίησή τους αποκαθιστά τον άνθρωπο ως φύση αποσπώντας τον από την ρηχότητα του φυσιολάτρη.

Όταν πρωτοείδα τη δουλειά του Κώστα, κατά ένα περίεργο τρόπο μου ήρθε στο μυαλό η Αινειάδα του Βιργίλιου και μάλιστα το δεύτερο και τρίτο βιβλίο όπου περιγράφεται η άλωση της Τροίας και το ξεκίνημα των Τρώων για την αναζήτηση ενός άλλου τόπου σύμφωνα με τη θεϊκή υπόσχεση: «Δαρδανίδες υπομονετικοί, η γης που πρώτη έθρεψε το έθνος σας απ’ τα χρόνια των προγόνων σας, η ίδια εσάς θα σας δεχτεί ολόχαρη ξαναγυρίζοντας στο έφορο έδαφός της. Την αρχαία σας να ζητήσετε μάνα» (Αινειάδα 111, 90 -120).

Για του Τρώες αυτή η γη είναι η Ιταλία απ’ όπου κατάγεται ο γενάρχης τους Δάρδανος. Στη δική μας περίπτωση πρόκειται για τη μητέρα γη. Την «αρχαία μάνα» και τροφό.

Ο Κώστας ζωγραφίζει μια σύγχρονη Ανειάδα, ως κυριολεξία και μεταφορά ταυτόχρονα. Μας περιγράφει μια διαδρομή προς την αναζήτηση ενός νέου τόπου εσωτερικού και εξωτερικού. Και αυτός ο Τόπος είναι η σύνδεση του ανθρώπου με τη Φύση (του).

 

Αντρέας Ιωαννίδης

Ιστορικός Τέχνης

Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών

Πρόσκληση
Τοποθεσία έκθεσης